νιαούρισμα


νιαούρισμα
[ньяуризма] ουσ. о. мяуканье.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νιαούρισμα" в других словарях:

  • νιαούρισμα — το [νιαουρίζω] 1. η φωνή τής γάτας 2. μονότονη και πολύ ενοχλητική ανθρώπινη φωνή …   Dictionary of Greek

  • νιαούρισμα — το, ατος 1. η φωνή της γάτας. 2. το κλαψούρισμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γάτα — Κοινή ονομασία μικρού σαρκοφάγου ζώου της οικογένειας των αιλουροειδών. Η άγρια γ. (γαλή η αγρίαδασόβια) είναι μεγαλύτερη από την οικιακή (γαλή η οικοδίαιτη) και μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 120 εκ., από τα οποία τα 35 εκ. ανήκουν στην ουρά. Η… …   Dictionary of Greek

  • μιαούρισμα — και μιαούλισμα [μιαουρίζω] το νιαούρισμα …   Dictionary of Greek

  • νευροφωνία — η ιατρ. νεύρωση κατά την οποία ο ασθενής εκθάλλει οξεία φωνή που μοιάζει με κρωγμό ή βέλασμα ή νιαούρισμα …   Dictionary of Greek

  • νιάνιαρο — το πολύ μικρό παιδί. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. σχηματίστηκε πιθ. ηχομιμητικά είτε από τη φωνή τής γάτας νιάου νιάου, επειδή το κλάμα τού μικρού παιδιού ακούγεται σαν νιαούρισμα, είτε ίσως από τον τ. νιανιά] …   Dictionary of Greek

  • νιάου-νιάου — 1. η φωνή τής γάτας, το νιαούρισμα 2. φρ. «τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια» λέγεται για κάτι ολοφάνερο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λ., από τη φωνή τής γάτας] …   Dictionary of Greek

  • νιαουρίζω — 1. (για γάτα) κάνω νιάου νιάου 2. (για πρόσ.) μιλώ με φωνή μονότονη και ενοχλητική ή κλαίω με τρόπο που θυμίζει νιαούρισμα γάτας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ., από την κραυγή τής γάτας νιάου νιάου + κατάλ. ρίζω (πρβλ. μιαου ρίζω)] …   Dictionary of Greek

  • νιαουρητό — το νιαούρισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νιαουρίζω + κατάλ. ητό (πρβλ. χασμουρ ητό)] …   Dictionary of Greek

  • Βουλγαρία — Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Βαλκανική χερσόνησο.Συνορεύει στα Β με τη Ρουμανία, στα Δ με τη (Νέα) Γιουγκοσλαβία (ΒΔ) και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΝΔ), στα Ν με την Ελλάδα και την Τουρκία, ενώ Α βρέχεται από… …   Dictionary of Greek